Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2012

Όνειρο

Ό,τι θεωρούμε ή φαινόμαστε δεν είναι παρά ένα όνειρο μέσα σε κάποιο όνειρο. 
                                                                                                            E. A. Poe 

Είδα χτες βράδυ ένα όνειρο
Ονειρεύτηκα
πως περπατούσα στην αμμουδιά 
με το Θεό
και ψηλά στον ουρανό φωτίζονταν
σκηνές απ΄τη ζωή μου.
Για κάθε σκηνή στην άμμο υπήρχαν
δύο χνάρια. 
Τα δικά μου και του Θεού...
Όταν η τελευταία σκηνή της ζωής μου
φωτίστηκε μπροστά μου
γύρισα πίσω
και είδα
πως πολλές φόρες στη διαδρομή της ζωής μου
δεν ήταν δύο τα χνάρια
αλλά ένα.
Και βλέποντας καλύτερα πρόσεξα
ότι αυτό συνέβαινε πάντα στις πιο δύσκολες 
και λυπημένες στιγμές της ζωής μου.
"Κύριε, είπες πως αν έπαιρνα το δρόμο σου
θα ήσουν πάντα δίπλα μου.
Αλλά βλέπω ότι στις πιο δύσκολες στιγμές
της ζωής μου 
υπήρχαν μόνο τα δικά μου χνάρια στην άμμο.
Τις στιγμές που σε χρειαζόμουνα περισσότερο
εσύ με εγκατέλειψες" 
Και ο Θεός μου απάντησε: 
"Αγαπημένε μου, σ'αγαπώ τόσο πολύ
και ποτέ, ποτέ δεν θα μπορούσα να σ'εγκαταλείψω
στις δύσκολες στιγμές της προσπάθειας και του πόνου...
Όταν στην πορεία μας είδες
πως δεν ήταν δύο τα χνάρια στην αμμουδιά 
ήταν γιατί σε κρατούσα στην αγκαλιά μου..." 


Τελευταία προσπάθεια.

Και αν όλα αυτά που ζούμε δεν είναι τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο από ένα όνειρο; Και αν όλες αυτές οι αναμνήσεις δεν υπάρχουν πια; Όλα αυτά τα χαμόγελα, τα ηλιοβασιλέματα, τα φιλιά δεν υπήρξαν ποτέ; Και αν αυτός ο ίδιος δεν υπήρξε ποτέ παρά μόνο ήταν ένα πλάσμα της φαντασίας μου;

Και όμως αν έρθεις και μου πεις μόνο ένα "θέλεις;" μου αρκεί. Αρκεί για να αφήσω τα πάντα και να έρθω μαζί σου, δε με νοιάζει πώς, δε με νοιάζει που, μόνο μαζί σου.. Μια λέξη σου αρκεί για να αναθεωρήσω ολόκληρη τη ζωή μου..
Με ένα σ'αγαπώ; Πεθαίνω.

Μα δε ζητάω πολλά, μόνο να σε δω, να σε κοιτάξω, για μια, έστω τελευταία φορά, στα μάτια, να σε σφύξω στην αγκαλιά μου και έτσι απότομα να σου ψιθυρίσω στο αυτί "Σ'αγαπώ". Και ύστερα, το ξέρω, θα τρομάξεις και εγώ θα φύγω, θα εξαφανιστώ και δεν θα ξαναβρεθούμε...  Και σιγά σιγά θα ξεχαστεί αυτό και θα κάνεις τη ζωή σου...

Και που να ήξερες όμως ότι εγώ το εννοούσα, περισσότερο και από τη ζωή μου..


Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2012

'Ίσως..

...Ίσως κάποτε, κάποια λεπτά δάχτυλα να περάσουν τρεμουλιαστά απ΄τις φλέβες σου, να τις ακουμπήσουν, να τις φιλήσουν, να τις νιώσουν. 
Αλλά εγώ ήξερα! ...Ξέρω πως ήμουν η πρώτη που τις ακούμπησε, που τις φίλησε, που τις ένιωσε..

Μην το ξεχάσεις ποτέ αυτό... 


Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2012

Σ*

Η νύχτα...
Την νύχτα όλα είναι τόσο διαφορετικά...
Θέλω να βγούμε βράδυ..
Θέλω να πάμε μια βόλτα ένα βράδυ...
Ξέρεις γιατί;
Γιατί τότε η κάθε λέξη παίρνει διαφορετική διάσταση...
Τότε θα μου είναι πιο εύκολο να σου δείξω πράγματα..
Το βράδυ θα μας θέλει μαζί. Όλα γύρω μας θα φωνάζουν αυτό
το ίδιο πράγμα..
Και έτσι όπως θα γυρίζουμε σπίτι σε παρακαλώ σκύψε κοντά μου.
Να νιώσω την ανάσα σου... να μου ζεστάνει το πρόσωπο...
Να με φιλήσεις έστω και για μια μόνο φόρα. Γιατί το θέλω. 
Θέλω περισσότερο και από τη ζωή μου ένα φιλί σου.

...Θέλω να πάμε βόλτα ένα βράδυ....

Αν το πιστέψεις στα αλήθεια η αγάπη μπορεί...

Ήσυχα, καθαρά, κοιτάζω τον κόσμο και λέω: όλα αυτά που βλέπω, νομίζω, γεύομαι, μυρίζω και αγγίζω είναι πλάσματα του νου μου και ξέρω, πως οι περισσότεροι άνθρωποι θεωρούν κάτι όνειρο επειδή ακριβώς δεν είναι αλήθεια, κάποτε ξυπνούν και βρίσκονται περικυκλωμένοι απ΄τα ερείπια των ονείρων τους, και τότε η πραγματικότητά τους γίνεται πιο σκληρή... Εγώ όμως έμαθα απ΄την ζωή πως ένα όνειρο είναι όνειρο γιατί πολύ απλά είναι αλήθεια και τύχαινε πολλές φορές να ονειρεύομαι και όμως να μην κοιμάμαι γιατί απλά τα ζούσα...

Στην αρχή η ζωή ξαφνιάζει, σαν παράνομη φαίνεται. Έτσι και εμένα η ζωή και ο  έρωτας που είχα το περασμένο καλοκαίρι έμοιαζε σαν την ζωή, παράνομος. Παράνομος και γλυκός όπως τα χείλη του στο πρώτο μας απλό, τρυφερό και μαζί καυτό φιλί... γιατί εκείνο το καλοκαίρι και των δύο τα στόματα επιθυμούσαν όσο τίποτα άλλο τον έρωτα.. και μέσα σε ένα μόνο βράδυ τον βρήκαν!

Πάντα φοβόμουν τις πηχτές νύχτες. Είναι κάτι νύχτες απύθμενες, πνιγμένες στη μαυρίλα που στάζουν... που στάζουν απάνω στην ψυχή μας σκοτάδι. Εκείνη όμως την νύχτα παρά την μαυρίλα που έσταζε, παρά το σκοτάδι της ένιωσα ένα κύμα πάθους στον αέρα, στην ατμόσφαιρα, ανάμεσα μας... Σαν να μου έλεγε με την ψυχή του, με όλο του το σώμα, όλο του το είναι να τον πλησιάσω, να τον ακουμπήσω, να τον φιλήσω. Έτσι είπα στον εαυτό μου " Ή τολμώ λοιπόν απόψε ή η μέρα τελειώνει και ξοπίσω της αρχίζει μια μετάνοια για αυτό που δεν προσπάθησα, που ντράπηκα τελικά να κάνω"
Ο ήλιος έχει πάρει ήδη την κατιούσα. Κρέμεται πάνω από τα νερά του νησιού.. Καταλαβαίνω το βλέμμα του να αγκιστρώνεται στις ραφές του ρούχου μου, να τρυπώνει στις τσέπες μου, να αστραποβολάει πάνω στα κουμπιά μου... Ένιωθα ένα πάθος. Αυτό το πάθος που δεν θέλει να αγαπήσει κανείς. Αυτό είχαμε και εμείς τώρα. Και το βλέμμα του ήταν λες και έκαιγε.. λίγο ακόμα και η σιωπή θα ράγιζε... Και εγώ κρεμάστηκα στο πεπρωμένο, και το πεπρωμένο ακούστηκε εκείνη τη στιγμή να κατεβαίνει τις σκάλες και να μου κουδουνίζει την πόρτα με μια απλή,μικρή,τρυφερή επαφή των χειλιών μας. Και η εικόνα αυτή ήταν μια εικόνα βγαλμένη από ένα μακρινό, αιώνιο και αγαπημένο μου όνειρο...

Καθώς ήμουν υπό την επίρρεια του πρώτου φιλιού ακούγαμε μέσα στη σιωπή τους χτύπους της καρδιάς μας. Και τότε ακούμπησε το χέρι πάνω στη καρδία μου και είπε " Την ακούς; Ακούς πόσο γρήγορα  χτυπάει; Είναι γιατί είσαι χαρούμενη. Μόνο όταν κάποιος είναι ευτυχισμένος χτυπάει έτσι η καρδία του". Και το αεράκι που φυσούσε έκρυβε μέσα του τις μυρωδιές της θάλασσας και των βράχων και η θάλασσα έστελνε τις μυρωδιές και τους ήχους της...

Ήξερα πως μια αβεβαιότητα ήταν εκείνη που μας περίμενε μετά από αυτό το φιλί και τα λεπτά  που έρχονταν ήταν μια στάση απελπισμένης αναμονής... και τότε τον είδα να κοιτάζει τη νύχτα και να ανατριχιάζει και τα μάτια του βυθίστηκαν στο κενό γεμάτα σκοτεινή περιέργεια. Ύστερα σταμάτησαν πάνω μου. Κοιταχτήκαμε σιωπηλά, ψύχραιμα, με μια αποφασιστικότητα και μια ματιά όλο νόημα και τότε ήταν που μου είπε " Πώς μπορεί κάποιος να είναι και τέλειος και άνθρωπος; πώς άραγε;"

Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2012

Στάχτη η αγάπη...

 Σε αυτόν τον παραστρατημένο κόσμο μας λείπει ακριβώς εκείνο που θέλουμε. Μας λείπει, γι' αυτό το θέλουμε! Αν είχαμε όσα θέλαμε τι θα μας έλειπε; Και αν δεν μας έλειπε τίποτα τι θα επιθυμούσαμε; Και τι αξία θα είχε η ζωή χωρίς επιθυμίες; 
Εμένα ένα πράγμα μου έλειπε, ένα πράγμα ήθελα....Ήθελα Αυτόν! Πάντα έκανα όνειρα για το πως θα ήμασταν μαζί... και τα όνειρα ήταν χορταστικά! Την εποχή λοιπόν εκείνη ήμουν γεμάτη όνειρα. και τι όνειρα! κατακόκκινα σαν ρόδια...
Ο καιρός περνούσε και τα όνειρα δεν πραγματοποιούνταν... και είχα φτιάξει ένα πρόχειρο ξύλινο κόσμο για να τα στεγάζω εκεί...
Και όλα έγιναν όπως πάντα... όπως έπρεπε να έχουν γίνει... όπως το περασμένο, όπως τι περσινό και όπως το τωρινό καλοκαίρι... Εγώ όμως περιμένω, περιμένω και ελπίζω... ελπίζω πως Αυτός που αγαπώ θα το δει... θα δει εμένα να πλημμυρίζω από αγάπη! Γιατί δεν φεύγει όμως τώρα; γιατί δεν φεύγει να με σώσει; αφού δεν ήρθε για να μου φέρει αγάπη, γιατί ήρθε; 
Και το καλοκαίρι θα μισέψει, κι ο χειμώνας θα κυρτώσει τις ράχες μας και θα χιονίσει... θα χιονίσει αλύπητα πάνω απ΄τα κεφάλια μας. Μα όταν θα φύγει και αυτός κάποιες απ'τις νυφάδες του χιονιού θα έχουν ξεχαστεί στα μαλλιά μας. Έτσι και το όνειρο... έφευγε και η ελπίδα χανόταν και τώρα έμενα μόνη να αγαπώ πιο πολύ και πιο απελπισμένα γιατί αγαπώ και για τους δύο... και έκλαιγα σαν το πλανταγμένο παιδί που κανένας δεν ξέρει γιατί κλαίει, ούτε καν το ίδιο...
Προσπαθούσα να το πάρω απόφαση ότι η αγάπη μου χάθηκε και βασανιζόμουν να συνηθίσω με αυτήν την ιδέα. Μα πονούσα...και η όψη μου γέμιζε πόνο γιατί δεν ήταν η αγάπη που ήθελα πια να σώσω... ήταν ο ίδιος μου ο εαυτός! Ζητούσα να χαθώ, να μου πάρουν από μπροστά μου τον κόσμο. Ύστερα τίποτα...τίποτα... πόνος απέραντος, άπιαστος, πόνος που δεν μπορούσα να προσδιορίσω γιατί ήταν σκόρπιος και τελειωτικός. Και ύστερα σκοτάδι και ξανά τίποτα.. πόνος και τίποτα και σκοτάδι και πάλι τίποτα...
Ήμουν λυγισμένη κάτω από το βάρος των απατημένων ονείρων μου και πίστευα πως το καλοκαίρι μου θα αργήσει φέτος. Κι άμα έρθει θα φύγει γρήγορα σαν μετανιωμένο, σαν να έκανε λάθος γιατί είχα κάνει εγώ κάπου... κάπως... ένα λάθος... Το ήξερα είχα κάνει λάθος! Είχα μπροστά μου αυτόν που αγαπούσα αλλά μέσα μου επικρατούσε ένα αποπνικτικό τίποτα, ένα αποπνικτικό σκοτάδι... Και το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν αυτή η ερώτηση:  " που είναι η μεγάλη μου αγάπη;" 
Ήμουν μαζί του αλλά δεν ένιωθα τίποτα... Δεν ήταν τίποτα όπως παλιά... Παρακολουθούσα λοιπόν και εγώ την σιγανή πτώση της νύχτας... Εγώ και οι απορίες μου...
Ξημέρωσε. Γιατί;  Όλα έλεγαν πως η μέρα θα έρθει εκτός από την καρδιά μου. Βασίλευε μια σιωπή, η μέχρι τρέλας σιωπή. Και τότε το όνειρο έγινε πραγματικότητα. Έσκυψε και με φίλησε και η ώρα μεμιάς μαρμάρωσε και τα λεπτά της έγιναν μολυβένια... Και ήθελα να φωνάξω μα τόσο άγρια που να τρομάξει η νύχτα!
Το επόμενο πρωί έφεξε σαν ντροπαλό γέλιο και εγώ ζούσα ένα όνειρο... Ήθελα να φωνάξω με όλη μου την καρδιά: " Ζήτω η αγάπη! Η μεγάλη! Η αγγελική!" ... τώρα πια η ζωή έμοιαζε φωτεινή, γεμάτη χρυσή σκόνη...
Όμως οι μέρες πέρασαν γρήγορα, σαν νερό που κυλάει. Το ίδιο και το καλοκαίρι... Και το τέλος κάπου φάνηκε. Χωρίς προειδοποίηση, χωρίς λέξη, δίχως αφορμή. Νόμιζα πως από κάπου θα φανεί κάποιο χέρι να με ξυπνήσει, να μου πει πως όλα εκείνα ήταν απλά ένα όνειρο. Ύστερα έριχνα μια ματιά από το παράθυρο...εκεί μακριά όμως ούτε η θάλασσα ήταν ούτε Αυτός... Τότε ήθελα με όλη μου την δύναμη, μα δεν ήξερα πως, να αντιδράσω. Πάσχιζα μα δεν υπήρχε τρόπος... Τα μάτια μου αναζητούσαν την φωνή του, την κιθάρα του μα δεν ήταν πουθενά... Και ανακάλυπτα σιγά σιγά πως τα είχα ξεχάσει όλα...
Και τώρα που όλα βρίσκονται σαν μια ανάμνηση μέσα στο μυαλό μου αν κάποτε, κάπου τον ξαναδώ θα ήθελα να του πω πως κάθε φορά που τον σκέφτομαι, που σκέφτομαι Αυτόν και όλα αυτά που περάσαμε μαζί βάζω το χέρι μου στην καρδιά μου για να βεβαιωθώ πως δεν μου έχει φύγει... πως θα ήθελα να ριχτώ και να φιλώ τους δρόμους που μ'έφεραν κοντά του. Τον ευχαριστώ που για πρώτη φόρα με έκανε να κοιτάξω ψηλά, όπου για πρώτη φορά ανακάλυψα τον ουρανό, τα αστέρια, το φεγγάρι.. και τώρα θα μπορώ να βαδίζω άφοβα στη ζωή.

Παρόλο που η ζωή πίσω δεν γυρνά η ανάμνηση του προσώπου του θα είναι γεμάτη νοσταλγία και μοσκοβολιά... 

Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2012

Εγώ...

Άναστρη νύχτα
κομμάτια της πέφτουν
τριγύρω μου και πια...
δεν έχω τίποτε άλλο. 
Εσύ... 
το φως του φάρου εκείνα τα έρημα βράδια,
η μυρωδιά των κεριών τις σκοτεινές νύχτες, 
τα κύματα δίπλα στους βράχους,
η αφή της άμμου, 
ο ήχος της φωνής μου...

Η μέρα μου
θολές αναμνήσεις.
Εσύ...
ο ήχος της καταιγίδας
εκείνα τα κρύα πρωινά του Σεπτέμβρη,
τα ίχνη που άφησες μέσα μου
καθώς περπάτησες,
εκείνο το τελευταίο αντίο.

Ασέληνη νύχτα,
η ανάσα σου...μυρίζει τσιγάρο, μυρίζει καφέ.
Γνώριμη ανάσα, ζεστή
κάπου μακριά.
Η θύμηση σου,
ατελείωτο καλοκαίρι.
Οι λέξεις μου... Εσύ.